Αποφθέγματα

Μεγάλη φιλοδοξία να είναι κανείς μέσος άνθρωπος και να μπορεί να συνεννοηθεί με τους συνανθρώπους του

— Άριστος Καμπάνης

Σκίτσο της Ημέρας

Σκίτσο της Ημέρας

Φωτογραφία της Ημέρας

Φωτογραφία της Ημέρας
Τα 147 Δελφικά Παραγγέλματα

Η ισότητα στους Συντηρητικούς και τους κλασικούς Μαρξιστές

burke-marxΟι συντηρητικοί του 18ου και 19ου αιώνα και οι κλασικοί του μαρξισμού θεωρούσαν είτε ανεπαρκή είτε άστοχη τόσο την πολιτική ισότητα όσο και την ισότητα ευκαιριών. Από το 19ο αιώνα ακόμα και με την ανάδυση των διαφόρων κοινωνικών και πολιτικών κινημάτων στον ευρωπαϊκό χώρο, κατά κύριο λόγο, απαιτούνταν στοιχεία όπως η ισότητα σε πολιτικό επίπεδο(για παράδειγμα καθολικό δικαίωμα ψήφου) αλλά και η ισότητα ευκαιριών. Μια τέτοια διάσταση από νωρίς είχε βρεθεί στο στόχαστρο φυσικά της συντηρητικής κριτικής, υπό το πρίσμα άλλωστε πως η τελευταία είχε αποτελέσει τη «φωνή» και τον εκπρόσωπο της παλιάς καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων. Από την άλλη μεριά ωστόσο, είναι πολύ χαρακτηριστικό το ότι και η κλασική μαρξιστική κριτική υπήρξε επικριτική έναντι αυτών των αιτημάτων.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις εισαγωγικές επισημάνσεις, θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε σε ένα πρώτο μέρος τις όποιες τυχόν ομοιότητες ή διαφοροποιήσεις ανάμεσα στην συντηρητική και την κλασική μαρξιστική κριτική έναντι αυτών των διαστάσεων(δηλαδή του αιτήματος περί πολιτικής ισότητας και εκείνου περί ισότητας ευκαιριών), ενώ σε ένα δεύτερο κεφάλαιο αντιστοίχως εκφέρονται ορισμένες προσωπικές απόψεις σχετικώς με ποια εκ των παρατιθέμενων επιχειρημάτων θα μπορούσαν να φανούν πιο πειστικά και για ποιο λόγο.

 

H συντηρητική και η κλασική μαρξιστική κριτική έναντι των αιτημάτων για πολιτική ισότητα και ισότητα ευκαιριών

Εδώ καταρχήν ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι θέσεις του ίδιου του Μαρξ αναφορικά με το ζήτημα της ισότητας των ευκαιριών σε τομείς, όπως η απόκτηση πλούτου, θέσεις που είχαν εκφραστεί μάλιστα μέσα από το έργο του Κριτική του Προγράμματος της Γκότα(κείμενο του 1875). Εδώ ο Μαρξ στην ουσία κατακρίνει το αίτημα πολλών σοσιαλιστών της εποχής να υπάρξει μια ίση κατανομή των κερδών και εσόδων από την παραγόμενη εργασία εντός του κοινωνικού συνόλου, αίτημα που είχαν προβάλλει διάφοροι σοσιαλιστικοί κύκλοι της εποχής. Εντούτοις όμως επισημαίνει ο ίδιος πως: «Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κομμουνιστική κοινωνία, όχι όπως έχει εξελιχθεί πάνω στη δική της βάση, αλλά αντίθετα όπως ακριβώς προβάλλει από την καπιταλιστική κοινωνία, με μια κομμουνιστική κοινωνία επομένως, που από κάθε άποψη, οικονομικά, ηθικά, πνευματικά, είναι γεμάτη από τα σημάδια της παλαιάς κοινωνίας, που από τους κόλπους της βγήκε».

Για το Μαρξ βασικά η απόρριψη αυτών των αιτημάτων γίνεται μέσα από μια ανάλυση, η οποία αφορά τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας των οικονομικών μηχανισμών στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος. Επισημαίνει δηλαδή πως στην πραγματικότητα αυτό που δεν παύει να κυριαρχεί είναι η ίδια αρχή, η οποία ρυθμίζει τη διαδικασία της ανταλλαγής των εμπορευμάτων, εφόσον παράλληλα είναι ανταλλαγή ίσων αξιών. Σε ό, τι αφορά δε τη διανομή των μέσων κατανάλωσης στους μεμονωμένους παραγωγούς, κυριαρχεί βασικά η ίδια αρχή, όπως ακριβώς και στην ανταλλαγή ισοδύναμων εμπορευμάτων ανταλλάσσεται ίση εργασία σε μια μορφή με ίση εργασία σε άλλη μορφή. Και επισημαίνει παράλληλα ο Μαρξ ότι: «…αυτό το ίσο δίκαιο υπόκειται πάντα σε έναν αστικό περιορισμό. Το δίκαιο των παραγωγών είναι ανάλογο με την απόδοση της δουλειάς τους. Η ισότητα βρίσκεται στο γεγονός, ότι μετρούν με το ίδιο μέτρο με την ίδια εργασία». Το ζήτημα ωστόσο είναι πως κάποιος μπορεί επειδή σωματικά ή πνευματικά είναι ανώτερος από κάποιον άλλο, να προσφέρει περισσότερη εργασία και να έχει μεγαλύτερη παραγωγή. Άρα εκ των πραγμάτων γίνεται αμέσως σαφές πως δεν μπορεί να υφίσταται αυτή η δυνατότητα για ισότητα ως προς την κατανομή των κερδών και των πόρων.

Ως προς το θέμα της πολιτικής ισότητας από την άλλη μεριά, ο Μαρξ κάνει λόγο για το θέμα του εβραϊκού κόσμου και των κοινοτήτων στη Γερμανία και γενικότερα στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Το θέμα που τίθεται εδώ κατά τη γνώμη του, είναι το ότι η λεγόμενη πολιτική χειραφέτηση στην ουσία πρέπει να θεωρηθεί μερική, τη στιγμή αντίστοιχα που σε αυτήν αντιπαρατίθεται η ανθρώπινη ή ολική χειραφέτηση. Ως προς το αίτημα των Εβραίων για χειραφέτηση σε μια χώρα, όπως η Γερμανία του 19ου αιώνα, ο Μαρξ κρίνει πως μάλλον είναι ουτοπικό υπό το πρίσμα άλλωστε της κατανόησης πως έτσι και αλλιώς μέσα στην ίδια τη χώρα και άλλες τάξεις(κοινωνικές, φυλετικές, θρησκευτικές, οικονομικές κ.α.) βιώνουν την ανελευθερία. Παράλληλα, μια σημαντική διάσταση εδώ, σύμφωνα με το Μαρξ είναι η εξής: «Το χριστιανικό κράτος μπορεί να συμπεριφέρεται απέναντι στον Εβραίο μόνο με τον τρόπο του χριστιανικού κράτους, δηλαδή με τον τρόπο του προνομίου, επιτρέποντας την απομόνωση του Εβραίου από τους λοιπούς υπηκόους, αλλά κάνοντάς τον να νιώθει την καταπίεση των άλλων ξέχωρων από τον ίδιο σφαιρών και ακόμα πιο έντονα, επειδή ο Εβραίος βρίσκεται σε θρησκευτική αντίθεση προς την κυρίαρχη θρησκεία».

Για την μαρξιστική κριτική μια τέτοια αντίφαση μπορεί να επιλυθεί μονάχα με έναν τρόπο: με την κατάργηση της θρησκείας. Αυτή πολύ απλά θεωρείται εδώ πως είναι ένας βασικός παράγοντας που συνδέεται με την δημιουργία των αντιθέσεων και ανισοτήτων εντός των ανθρωπίνων κοινωνιών. Η πολιτική χειραφέτηση του κάθε ατόμου συνάδει βασικά με τη χειραφέτηση του ίδιου του κράτους από τη θρησκεία, την οποιαδήποτε θρησκεία. Κάτι τέτοιο με άλλα λόγια για το Μαρξ συνιστά βασική προϋπόθεση για την πολυπόθητη πολιτική ισότητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι το κάθε άτομο ξεχωριστά παύει να είναι θρήσκο, αλλά ότι η θρησκεία δεν συνδέεται επίσημα με το κράτος. Και τονίζει επίσης ο Μαρξ πως: «ο άνθρωπος απελευθερώνεται πολιτικά από ένα φραγμό, με τη μεσολάβηση του κράτους όταν σε αντίφαση προς τον εαυτό του, υψώνεται πάνω από τούτο το φραγμό, με τρόπο αφηρημένο και περιορισμένο».

Εδώ ο ρόλος του ίδιου του κράτους μάλιστα είναι βαρύνουσας σημασίας με βάση το σκεπτικό πως αυτό μέσω των οργανωμένων μηχανισμών του μπορεί τελικά στην πορεία να προωθήσει διαδικασίες πραγματικής χειραφέτησης και διαδικασίες κατάργησης των όποιων διακρίσεων και ανισοτήτων συνδέονται με παραμέτρους, όπως η καταγωγή, η μόρφωση, η οικονομική κατάσταση, το φύλο, η εθνότητα, η γλώσσα, η θρησκεία κ.α. Μέσα σε μια τέτοια κατάσταση επέρχεται στ’ αλήθεια η πολιτική ισότητα και η ελευθερία και εδώ είναι που το άτομο πραγματικά μπορεί να βιώσει τα στοιχεία της ισότιμης συμμετοχής μέσα σε μια κοινότητα ανθρώπων.

Από την άλλη μεριά, στο χώρο της δεξιάς και συντηρητικής κριτικής, αναφορικά με το ζήτημα των θέσεων έναντι της πολιτικής ισότητας και της ισότητας στο θέμα των ευκαιριών, θα μπορούσε να θεωρήσει κάποιος πως υφίσταται μάλλον μια ποικιλομορφία τοποθετήσεων. Για παράδειγμα, ο Rawls θεωρεί πως ένα βασικό δικαίωμα του ατόμου είναι το να κατέχει ένα ορισμένο μερίδιο από τους πόρους της κοινωνίας. Ο Nozick από τη μεριά του αντίστοιχα κρίνει πως τα σημαντικότερα δικαιώματα είναι αυτά που έχουμε επάνω μας, με άλλα λόγια τα δικαιώματα που συγκροτούν την ιδιοκτησία του εαυτού μας. Αυτό το τελευταίο βέβαια μπορεί να φαίνεται παράξενο υπό το πρίσμα του ότι υποδηλώνει πως υφίσταται ένα διακριτό πράγμα, δηλαδή ο εαυτός μας, τον οποίο κάποιος κατέχει ως ιδιοκτησία του. Όμως όταν αναφερόμαστε στον όρο «εαυτός μας» και στην ιδιοκτησία του, αυτός ο όρος αυτομάτως αποκτά μια αυτοπαθή σημασία. Σημαίνει δηλαδή πως αυτός που κατέχει και αυτό που κατέχεται είναι ένα και το ίδιο πράγμα. Και η βασική ιδέα της ιδιοκτησίας είναι επίσης συνυφασμένη με το ότι κάποιος έχει απέναντι στο πρόσωπό του τα ίδια δικαιώματα με εκείνα που έχει ένας αφέντης για παράδειγμα, απέναντι στο δούλο του.

Εδώ μπορεί να σημειωθεί πως ιδέες, όπως αυτές του Nozick είναι συνδεδεμένες με το σύγχρονο φιλελευθερισμό, στα πλαίσια του οποίου αναφορικά με το θέμα της ισότητας ευκαιριών(αναφορικά με θέματα για παράδειγμα εδώ, όπως η διανομή του πλούτου και των πόρων) υφίστανται σημαντικές παράμετροι, όπως η υπεράσπιση των ελεύθερων αγορών και ο εξοστρακισμός του κράτους στο πεδίο της οικονομικής δραστηριότητας. Τέτοιες αντιλήψεις έχουν έναν καθαρά εργαλειακό χαρακτήρα. Σε αντίθεση με την κλασική μαρξιστική αντίληψη, υποστηρίζουν πως οι ελευθερίες της αγοράς είναι το μέσο για την προαγωγή της μέγιστης ωφελιμότητας ή για την προστασία των πολιτικών και αστικών ελευθεριών. Με βάση μια τέτοια εκδοχή δε, ο λόγος για τον οποίο ευνοείται η ελεύθερη αγορά, δεν είναι το ότι οι άνθρωποι έχουν ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Το σκεπτικό εδώ περισσότερο είναι πως κατανέμουμε στο κάθε άτομο, ορισμένα ιδιοκτησιακά δικαιώματα περισσότερο ώστε να αυξήσουμε την ωφελιμότητα ή να σταθεροποιήσουμε τη δημοκρατία.

Επίσης υποστηρίζεται πως η αναδιανεμητική φορολόγηση είναι κάτι το εντελώς λανθασμένο και πως συνιστά παραβίαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα – ιδέα με την οποία δεν συμφωνεί η κλασική μαρξιστική κριτική – να διαθέτουν ελεύθερα τα προϊόντα τους και τις υπηρεσίες τους, είτε αυτό αποτελεί τον καλύτερο τρόπο διασφάλισης της παραγωγικότητας είτε όχι. Και την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση δεν έχει το δικαίωμα να παρεμβαίνει στην αγορά, ακόμα κι αν η παρέμβασή της θα οδηγούσε στην αύξηση της αποδοτικότητας. Εδώ, τα άτομα θεωρείται πως έχουν ορισμένα δικαιώματα – στοιχείο που σε πρώτη φάση κατά τη γνώμη μας θα μπορούσε να αποδεχτεί και η μαρξιστική κριτική. Από κει και πέρα όμως, αυτά τα δικαιώματα πρέπει να θεωρηθούν τόσο ισχυρά και μεγάλα, ώστε να τίθεται εν αμφιβόλω το δικαίωμα κάποιου κράτους, κυβέρνησης κλπ, το να παρέμβει πάνω τους. Και επειδή οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα να διαθέτουν τα υπάρχοντά τους με τον τρόπο που αυτοί κρίνουν καλύτερο, μια ενδεχόμενη κυβερνητική παρέμβαση θα μπορούσε να ισοδυναμεί με καταναγκαστική εργασία, στοιχείο που ταυτόχρονα δεν ισοδυναμεί με παραβίαση της οικονομικής αποδοτικότητας των ανθρώπων, αλλά με παραβίαση των θεμελιωδών τους ηθικών δικαιωμάτων.

Εν τω μεταξύ την ίδια στιγμή, στο πλαίσιο πάντα της συντηρητικής κριτικής, οι ωφελιμιστές από τη μεριά τους κρίνουν πως δεν υπάρχει κάτι που να θεωρηθεί ακριβοδίκαιο μερίδιο ως προς την κατανομή των πόρων και ως προς τις ίσες ευκαιρίες για όλους. Για τους τελευταίους η ακριβοδίκαιη κατανομή για τα άτομα, είναι αυτή η οποία εξυπηρετεί βασικά την ωφελιμότητα, κι έτσι καμιά προτίμηση δεν μπορεί να θεωρηθεί εγωιστική, προτού γίνουν οι υπολογισμοί της ωφελιμότητας. Αυτό σημαίνει πως η υπόθεση ότι μπορούμε να χαρακτηρίζουμε ορισμένα πράγματα ως εγωιστικές προτιμήσεις, προτού γίνουν οι ωφελιμιστικοί υπολογισμοί, απλώς αποφεύγει το όλο πρόβλημα. Ο ωφελιμισμός δεν μπορεί να αποδεχτεί ταυτόχρονα και το καθήκον να ανατρέψει την θεωρία πως οι προτιμήσεις και τα συμφέροντα ορισμένων ανθρώπων έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από τις προτιμήσεις άλλων και το καθήκον να πασχίζει για την εκπλήρωση των «εξωτερικών» προτιμήσεων όσων αποδέχονται αυτήν την θεωρία με πάθος.

Ο ωφελιμισμός είναι χαρακτηριστικό πως έχει ερμηνευτεί ως κριτήριο άθροισης των ατομικών συμφερόντων και επιθυμιών. Τα άτομα έχουν διακριτές και δυνητικά συγκρουόμενες προτιμήσεις. Εδώ αυτό που χρειάζεται, είναι ένα κριτήριο που να καθορίζει ποιες αντισταθμίσεις ανάμεσα σε αυτές τις προτιμήσεις είναι ηθικά αποδεκτές, επίσης ποιες αντισταθμίσεις είναι ακριβοδίκαιες για τους ανθρώπους, των οποίων διακυβεύεται η ευημερία.

 

Κριτική αποτίμηση των θέσεων της συντηρητικής και μαρξιστικής κριτικής ως προς τα παραπάνω ζητήματα

Εδώ καταρχήν μπορεί να λεχθεί πως ο ωφελιμισμός από τη μια δεν παρέχει ένα μοναδικά απλό κριτήριο σχετικά με τον καθορισμό του ορθού και του λάθους, χωρίς πάντως αυτό την ίδια να στιγμή να σημαίνει πως μειονεκτεί έναντι άλλων θεωριών. Εδώ υφίσταται περισσότερο μια αφηρημένη και ανεπαρκής έννοια και αντίληψη περί ισότητας. Ως θεωρία βέβαια υποτίθεται πως δίνει εξίσου σημασία και νόημα στο ενδιαφέρον και συμφέρον όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπων εντός του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι. Συγχρόνως όμως υπάρχει μια αντίφαση: ο ωφελιμισμός μπορεί δηλαδή ορισμένες φορές να δικαιολογεί και ορισμένες πράξεις, οι οποίες τελικά ευνοούν την ανισότητα. Για παράδειγμα, την στέρηση της ελευθερίας εις βάρος ορισμένων ανθρώπων που για κάποιους λόγους, μπορεί να θεωρούνται ανεπιθύμητα από το υπόλοιπο κοινωνικό σώμα.

Παράλληλα όμως είναι σαφές πως χρειάζεται και να διαχωρίσουμε και τα διαφορετικά επίπεδα στα οποία η ισότητα ενδέχεται να αποτελεί αξία. Ενώ ο ωφελιμισμός ενδέχεται να έχει άνισες επιπτώσεις για τους ανθρώπους, μπορεί ωστόσο να ισχυριστεί, ότι το κίνητρό του είναι το να αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως ίσους. Και πάλι όμως, ο ωφελιμισμός προσκρούει σε πολλές από τις ενοράσεις μας αναφορικά με το τι σημαίνει να αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους ως ίσους μας και με ίσο ενδιαφέρον. Μάλλον φαίνεται ότι ο ωφελιμισμός έχει παρερμηνεύσει το ενδιαφέρον του ίσου ενδιαφέροντος για τα συμφέροντα του κάθε ανθρώπου, και ως εκ τούτου επιτρέπει για παράδειγμα ορισμένοι άνθρωποι να μην αντιμετωπίζονται ως ίσοι, αλλά περισσότερο ως μέσο για την επίτευξη των συμφερόντων άλλων ανθρώπων. Όλα αυτά σημαίνουν πως εδώ υφίσταται ένα είδος ανεπάρκειας δεδομένου πως οι ωφελιμιστές υποθέτουν πως πρέπει να δίνεται ίση βαρύτητα σε κάθε πηγή ευτυχίας ή σε κάθε είδος προτίμησης, εφόσον αποφέρει ίση ωφελιμότητα. Εδώ ωστόσο μπορεί να ισχυριστεί κάποιος αντίστοιχα, πως μια επαρκής ερμηνεία ως προς το ίσο ενδιαφέρον, πρέπει να διακρίνει ανάμεσα σε διαφορετικά είδη προτιμήσεων, από τα οποία μόνο μερικά έχουν θεμιτή ηθική βαρύτητα.

Αντίστοιχα, ως προς το θέμα της μαρξιστικής κριτικής, το ζήτημα της αποδέσμευσης του κράτους από το χώρο της θρησκείας, ιδιαίτερα στη σύγχρονη εποχή, όπου ήδη σε πολλά μέρη του κόσμου κάτι τέτοιο έχει καταστεί πραγματικότητα, φαίνεται πράγματι ελκυστικό και παράλληλα και λογικό. Εδώ άλλωστε έχει ιδιαίτερη σημασία η επισήμανση που είχε κάνει ο Μαρξ και με βάση την οποία, το θρησκευτικό αίσθημα στην πραγματικότητα δεν καταπνίγεται στην ιδιωτική ζωή των ανθρώπων που ελεύθερα μπορούν να το ασκήσουν αν επιθυμούν. Συγχρόνως όμως, η κοινωνία στο σύνολό της και στα πλαίσια των κρατικών μηχανισμών, δεν προχωρά σε διακρίσεις εις βάρος του καθενός, ανάλογα με παραμέτρους, όπως αυτή. Το θέμα είναι πως μια τέτοια θεώρηση άλλωστε μπορεί να θεωρηθεί προάγγελος της κίνησης κατά τον 20ο αιώνα πολλών κρατών να προβούν στη διαδικασία του χωρισμού μεταξύ θρησκείας – κράτους, κάτι που ακόμα σε ορισμένες κοινωνίες δεν θεωρείται αυτονόητο.

 

Επίλογος

Με βάση τις παραπάνω αναλύσεις λοιπόν, γίνεται καταρχάς σαφές πως ενώ η μαρξιστική κριτική έχει κάποιες πολύ συγκεκριμένες τοποθετήσεις ως προς το ζήτημα της ισότητας σε επίπεδο, όπως η πολιτική ή όπως το θέμα της ισότητας ευκαιριών για όλους, η συντηρητική κριτική αντίστοιχα, όπως φαίνεται και από το παράδειγμα του ωφελιμισμού, μάλλον εμφανίζει αντιφάσεις. Κι εδώ βέβαια είναι αλήθεια πως τονίζεται περισσότερο ή λιγότερο το θέμα της ισότητας, αλλά υφίστανται δυσκολίες ως προς την ερμηνεία της συντηρητικής κριτικής. Έτσι τίθενται ερωτήματα φερ’ ειπείν, πώς μπορεί να γίνει λόγος για ισότητα ευκαιριών στην οικονομική ζωή, όταν τονίζεται η προτεραιότητα των ελεύθερων αγορών έναντι του κρατικού ελέγχου και όταν την ίδια στιγμή μέσω ακριβώς αυτών των ελεύθερων αγορών, καταλήγουμε σε μια μορφή μάλλον ασυδοσίας, παρά ελευθερίας.

 

Βιβλιογραφία

Kymlicka W., H πολιτική φιλοσοφία της εποχής μας, μτφ Γρηγόρης Μολύβας, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα, 2005

Μαρξ Κ., Για το Εβραϊκό Ζήτημα, μτφ Γιάννης Κρητικός, εκδόσεις Γκοβόστης, Αθήνα, 2010

Μαρξ Κ., Κριτική του Προγράμματος της Γκότα, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2007

 

One Response to Η ισότητα στους Συντηρητικούς και τους κλασικούς Μαρξιστές

  • DonKifotis says:

    Το έγραψα στο shoutbox, το γράφω κι εδώ. Μας ανεβάζεις επίπεδο με τέτοια άρθρα που ανεβάζεις donkey. Μην μας κακολογείς, λοιπόν, αν ζητάμε κι άλλα.

Leave a Reply