Αποφθέγματα

Χαλεπόν άρχεσθαι υπό χείρονος
(Είναι σκληρό ν’ άρχεσαι από χειρότερο)

— Δημόκριτος

Σκίτσο της Ημέρας

Σκίτσο της Ημέρας

Φωτογραφία της Ημέρας

Φωτογραφία της Ημέρας
Τα 147 Δελφικά Παραγγέλματα

Η ιστορία του Κρέναρ, του Νίκου του Κορέλι

“Ελπίζω στην καμπίνα να έχει μόνο γυναίκες κι όχι άντρες”, έλεγα αστειευόμενος στον υπάλληλο του πλοίου καθώς με οδηγούσε στην καμπίνα. Μόλις φτάσαμε, ανοίγει την πόρτα και δεν είναι κανένας μέσα. “Ούτε γυναίκες, ούτε άντρες”, μου λέει, “όπως βλέπεις είσαι μόνος σου”. Δεν πρόλαβε, ωστόσο, να τελειώσει τη φράση του και από τη γωνία ξεπροβάλλει ένας άλλος υπάλληλος. Έφερνε προς το μέρος μας κάποιον γύρω στα 40. Φαινόταν κατάκοπος και όχι Έλληνας. “Τελικά, θα έχεις παρέα”, μου είπε ο υπάλληλος πριν φύγει. Εκείνο το βράδυ δεν είπαμε και πολλά. Απλά μου είπε πως είναι από την Αλβανία και πως έζησε για πολλά χρόνια στην Ελλάδα, στην Κεφαλλονιά πιο συγκεκριμένα. Στη συνέχεια, έπεσε ξερός για ύπνο μιας και ήταν πολύ κουρασμένος, όπως μου είπε.

Το επόμενο μεσημέρι έκανα τις βόλτες μου στο πλοίο. Τον είδα να κάθεται μόνος στο σαλώνι και ν’ ατενίζει τη θάλασσα. Με είδε κι αυτός και μου έγνεψε να πάω να καθίσω κοντά του. Ήταν σεμνός και ταπεινός κι έτσι παρέμεινε καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού. Μιλούσε με ηρεμία κι ήταν αρκετά ευσυγκίνητος. Και πως να μην ήταν με όσα τράβηξε και δυστυχώς τραβάει ακόμα στη ζωή του.

Στην αρχή αναλωθήκαμε στα τυπικά (πως ήταν το ταξίδι, τι ώρα θα φτάσει το πλοίο κ.λ.π.), τα οποία μπορεί να ήταν κάπως βαρετά, αλλά βοήθησαν να λιώσει ο πάγος και να επεκταθεί η κουβέντα και σε άλλους τομείς. Έτσι, γρήγορα άρχισε να μου λέει την ιστορία του. “14 χρόνια έζησα στην Κεφαλονιά. Το αγάπησα πολύ αυτό το μέρος, το ένιωθα σα δικό μου, σα να ήμουν στο χωριό μου στην Αλβανία. Όλοι τους ήταν πολύ καλοί με μένα και την οικογένειά μου. Όλοι με ξέρουν και με αγαπάνε εκεί. Αν πας στην Κεφαλονιά και ρωτήσεις για τον Νίκο τον Κορέλι, όλοι θα με ξέρουν και θα λένε τα καλύτερα”.

“Γιατί σε φωνάζουνε Κορέλι;”, τον ρώτησα απορημένος.

“Κρέναρ είναι το κανονικό όνομά μου, αλλά επειδή στην Αλβανία ήμουν αξιωματικός στο στρατό κι εδώ γυρίστηκε η ταινία “Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι”. Έφυγα, όμως, από το στρατό γιατί δεν άντεχα εκεί. Έβλεπα πράγματα που δε μου αρέσανε καθόλου. Οι αξιωματικοί έπαιρναν χρήματα από τους φαντάρους για να τους δώσουνε άδεια και κάθε μέρα έπιναν 10-15 ποτά. Όλη τη μέρα ήταν πιωμένοι. Εμένα δε μ’ άρεσαν όλα αυτά κι έφυγα. Μπήκα στην Ελλάδα το 1995 και κάθισα για 1 μήνα στην Πάργα. Μετά από 1 μήνα, πήρα το καράβι και πήγα στην Κεφαλλονιά. Βρήκα δουλειά σα σοβατζής κι αυτό έκανα για τα επόμενα 14 χρόνια. Δουλειές πάντα υπάρχουν, όποιος θέλει να δουλέψει, θα βρει δουλειά”.

“Οι Έλληνες πώς ήταν απέναντί σου;”, τον ρώτησα, γνωρίζοντας ότι πολλοί Αλβανοί έτυχαν άσχημης μεταχείρισης εκ μέρους μας.

“Από την πρώτη στιγμή ήταν όλοι πολύ καλοί μαζί μου. Αν φέρεσαι καλά, θα σου φερθούν καλά. Αυτό πιστεύω κι έτσι έγινε. Οι Έλληνες είναι οι πιο καλοί άνθρωποι στον κόσμο. Πας σ’ ένα καφενείο και τη μία θα κεράσεις εσύ, την άλλη κάποιος άλλος. Πουθενά αλλού δε γίνεται αυτό. Στην Ιταλία, για παράδειγμα, εκεί που μένω τώρα, στο Αρέτσο πας στο καφενείο και ο καθένας πληρώνει για τον εαυτό του. Δεν υπάρχει η παρέα που υπάρχει στην Ελλάδα. Με το γείτονα λες ένα καλημέρα κι αυτό φτάνει, κοιτάει ο καθένας τη δουλειά του. Στην Ελλάδα δεν είναι έτσι. Πέρασα ωραία στην Ελλάδα, τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου”.

“Τότε γιατί πήγες στην Ιταλία, στο Αρέτσο;”, τον ρώτησα υποθέτοντας ότι θα μου απαντούσε εξαιτίας της κρίσης. Αμ δε, η απάντηση ήταν διαφορετική και δυστυχώς πολύ πιο λυπητερή.

Πήρε μία βαθιά ανάσα και βουρκωμένος απάντησε: “Πριν τρία χρόνια είμασταν στη θάλασσα κι όταν γυρίσαμε σπίτι, ο πιο μικρός γιος μου που τότε ήταν 4 χρονών ανέβασε πυρετό. Του δίναμε φάρμακα, αλλά ο πυρετός δεν έπεφτε. Πήγαμε στο νοσοκομείο στην Κεφαλλονιά και μας είπαν να πάμε στην Αθήνα, στο Παίδων Σοφίας. Εκεί έκαναν διάφορες εξετάσεις και μετά από 2 εβδομάδες, μας είπαν ότι το παιδί πρέπει να μεταφερθεί στο εξωτερικό γιατί έχει μία πολύ σπάνια ασθένεια και στην Ελλάδα δεν υπάρχει θεραπεία. Είχαμε συγγενείς στο Αρέτσο που είναι κοντά στη Φλωρεντία κι έτσι πήγαμε εκεί. Στο νοσοκομείο της Φλωρεντίας μπορεί να κάνει θεραπεία το παιδί. Γι’ αυτό πήγαμε εκεί. Οι γιατροί εκεί έκαναν 1 χρόνο να βρούνε τι είχε το παιδί, ενώ στην Ελλάδα μόνο 15 μέρες. Στην αρχή έλεγαν ότι δεν είναι αυτό, αλλά κάτι άλλο. Μετά από ένα χρόνο, όμως, είπαν ότι οι Έλληνες είχαν δίκιο. Μακάρι να ήταν το παιδί καλά και να μέναμε για πάντα στην Κεφαλλονιά. Και στα παιδιά άρεσε πολύ η Ελλάδα. Είχαν φίλους, πήγαιναν σχολείο, έπαιζαν ποδόσφαιρο. Αλλά τώρα…”, σταμάτησε συγκινημένος κι ενώ θυμόταν μ’ εμφανή νοσταλγία τα χρόνια στην Κεφαλλονιά.

Περιττό ν αναφέρω πόσο άσχημα ένιωσα και του ευχήθηκα να πάνε όλα καλά και να επιστρέψει και πάλι στην Κεφαλλονιά που τόσο αγαπούσε. Μόλις άκουσε την ευχή μου, το πρόσωπό του έλαμψε.

“Σ’ ευχαριστώ. Αυτό θα ήταν το τέλειο για μένα. Μακάρι να ξαναγυρίσω κάποια στιγμή στην Κεφαλλονιά. Θα το ήθελα πολύ. Και τα παιδιά μου φυσικά. Αγαπάω πολύ την Ελλάδα, την Κεφαλλονιά και τους Έλληνες. Θα ήταν ιδανικό για μένα. Να ξαναπήγαινα για ψάρεμα. Μου αρέσει πολύ το ψάρεμα. Όταν τελείωνα τη δουλειά, πήγαινα κατευθείαν για ψάρεμα. Έπιανα απ’ όλα τα ψάρια, λαβράκια, τσιπούρες, χταπόδια. Τα έδινα στον κόσμο, δεν ήθελα χρήματα. Πέρασα ωραία στην Κεφαλλονιά. Την αγάπησα την Ελλάδα, μου φέρθηκαν καλά και νιώθω σαν Έλληνας. Όταν η Ελλάδα πήρε το Γιούρο το 2004 χάρηκα σα να το πήρε η πατρίδα μου”.

Στη συνέχεια, η κουβέντα επεκτάθηκε και σε άλλα θέματα. Μου είπε πως μπήκε παράνομα στην Ελλάδα το 1995 και πως 3 χρόνια αργότερα πήρε άδεια παραμονής. Στο μεταξύ, είχε παντρευτεί στην Αλβανία το 1997 κι έκανε το πρώτο παιδί του ένα χρόνο αργότερα. Τα άλλα δύο παιδιά γεννήθηκαν στην Ελλάδα, ο δεύτερος το 2001 και ο μικρότερος το 2005. Αργότερα, ήρθαν και τα δύο αδέρφια του στην Κεφαλλονιά. Γνώρισαν 2 αγγλίδες, τις παντρεύτηκαν και τώρα ζούνε στην Αγγλία, στο Σέφιλντ.

Το ταξίδι έγινε γρηγορότερο χάρη στην παρέα του Κρέναρ και την κουβέντα μαζί του. Κάθε λίγο, επαναλάμβανε πόσο πολύ αγάπησε την Ελλάδα, τους Έλληνες, την Κεφαλλονιά και πως τα καλύτερα χρόνια της ζωής του ήταν αυτά τα 14 στην Κεφαλλονιά. Αγάπησε την απλή ζωή του νησιού, το ψάρεμα, την ανεμελιά, τους ανθρώπους που του συμπεριφέρθηκαν όμορφα και τους συμπεριφέρθηκε το ίδιο. Ήρθε παράνομος, όμως, ήταν σωστός, δεν έκλεψε ούτε αδίκησε ποτέ κανέναν και με την τίμια εργασία κατάφερε να σταθεί στα πόδια του και να φτιάξει οικογένεια. Τα μηνύματα που μας δίνει ο Κρέναρ, ο Νίκος ο Κορέλι, όπως αρέσει και στον ίδιο και γελάει όποτε το λέει, είναι πολλά και προς πολλές κατευθύνσεις. Αξιοπρέπεια, εντιμότητα, σεβασμός, σεμνότητα δεν είναι απλά λέξεις για τον Κρέναρ, αλλά τρόπος ζωής. Δυστυχώς, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν καλά γι’ αυτόν και την οικογένειά του και αναγκάστηκε να φύγει από έναν τόπο που τόσο πολύ αγάπησε. Μακάρι Κρέναρ, τα πράγματα να έρθουν όπως τα θες. Μακάρι το παιδί σου να γίνει και πάλι καλά και σύντομα να ρίχνεις τις πετονιές σου στις θάλασσες της Κεφαλλονιάς. Μακάρι!

3 Responses to Η ιστορία του Κρέναρ, του Νίκου του Κορέλι

  • rewind says:

    Από τις ιστορίες που μαθαίνεις μόνο όταν ταξιδεύεις.

  • mystirios says:

    Πολύ ωραία ιστορία Sancho και μ’αρέσει και ο τρόπος γραφής σου, έχουν πιάσει τόπο τα τόσα βιβλία που έχεις διαβάσει.Είναι μία ακόμη ιστορία από την πραγματική ζωή γι αυτό και είναι διδακτική.Πολλά τα διδάγματά της, κυρίαρχα για μένα το ότι δεν πρέπει να βάζουμε ετικέτες και τελικά είμαστε αυτό που έχουμε μέσα μας και το βγάζουμε προς τα έξω στους συνανθρώπους μας.

  • persona non grata says:

    Sancho πολύ συγκινητική ιστορία. Είναι απίστευτο πως ΄λανθρωποι από άλλες πατρίδες αγάπησαν ετούτο τον τόπο. Τους φερθήκαμε καλά και μας το ανταπέδωσαν. πραγματικά συγκινητική ιστορία

Leave a Reply